- ἀμφιμάομαι
- ἀμφιμάομαι, only in [tense] aor.; imper. ἀμφιμάσασθε,A wipe all round,
τραπέζας Od.20.152
; ind.ἀμφεμάσαντο Q.S.9.428
.
Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
τραπέζας Od.20.152
; ind.ἀμφεμάσαντο Q.S.9.428
.Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
αμφιμάομαι — ἀμφιμάομαι (Α) (μόνο στην προστ. ἀμφιμάσασθε) σπογγίζω, πλένω γύρω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμφι* + μάομαι «επιδιώκω, επιζητώ»] … Dictionary of Greek
αμφ(ι)- — Γλωσσ. α συνθετικό λέξεων τής αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής καθώς και επιστημονικών όρων, με μεγάλη παραγωγικότητα. Προέρχεται από την αρχαία λέξη ἀμφί, που λειτουργεί ως πρόθεση και επίρρημα. Κατά τη σύνθεση, το τελικό φωνήεν ι άλλοτε… … Dictionary of Greek